Greek English
Αρχική Σελίδα / Μεταλλεία
Print this page

Μεταλλεία

Τα μεταλλεία της Ασγάτας, γνωστά ως μεταλλεία Καλαβασού, λειτούργησαν κατά διαστήματα από την αρχαιότητα μέχρι και το 1978.

Μεταλλείο Πλατειών Οι αρχαιολογικές σκαπάνες έφεραν στο φως διάφορα ευρήματα που φανερώνουν, όπως γράφει ο Καβαζής, πως «το μεταλλείο λειτουργούσε από την αρχαιότητα και αργότερα από τους Ρωμαίους». Ανάμεσα στα ευρήματα που βρέθηκαν στην περιοχή των μεταλλείων ήταν «πολλές αρχαίες γαλαρίες και κεκλιμένα».

Παράλληλα, οι αρχαιολογικές έρευνες έδειξαν ότι η επεξεργασία του μετάλλου γινόταν στο χώρο του μεταλλείου. Αυτό επιβεβαιώνουν η «ύπαρξη σκουριών» αλλά και τα μεγάλα καμίνια που αναβρέθηκαν κατά την ανασκαφή. Είναι αξιοσημείωτο πως στα μεγάλα καμίνια των μεταλλείων «χρησιμοποιούσαν ξυλεία από τα πλούσια δάση της περιοχής». Επίσης, πρέπει να σημειωθεί πως κατά την αρχαιότητα, σύμφωνα πάντοτε με τον Καβαζή, τις εργασίες στα μεταλλεία εκτελούσαν κυρίως δούλοι.

Την προαναφερόμενη περίοδο ακμής των μεταλλείων διαδέχτηκε μια μεγάλη περίοδος παρακμής. Σαφέστερα, οι μεταλλευτικές εργασίες σταμάτησαν για αιώνες και ξεκίνησαν πάλι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Μια αγγλική εταιρεία, η «Ρία Ρίντο», το 1925 προέβηκε σε έρευνα στην περιοχή των μεταλλείων. Τρία χρόνια αργότερα, το 1928, αποφάσισε την επαναλειτουργία τους. Μερικά όμως χρόνια μετά, το 1935 ή 1936 «πούλησε το προνόμιο και τις εργασίες της στην Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Χημικών προϊόντων και Λιπασμάτων, την μετέπειτα ΕΜΕ».

Η επαναλειτουργία του μεταλλείου, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο  Καβαζής, «έδωσε στην Ασγάτα μια νέα ζωή».  Από το 1939 μέχρι και το 1965, η Ασγάτα   γνώρισε μεγάλη άνθηση σε διάφορους τομείς, «παρουσίαζε την εικόνα μιας μικρής πολιτείας». Είναι χαρακτηριστικό πως τα χρόνια αυτά τριπλασίασε τον πληθυσμό της. Η ευημερία της Ασγάτας αποτυπώνεται στα φύλλα του περιοδικού του Συλλόγου Ασγατιτών Αμερικής. Πρέπει να σημειωθεί πως το συγκεκριμένο περιοδικό αντλούσε πληροφορίες από τους κατοίκους της περιοχής. Πιο κάτω παρατίθενται αποσπάσματα από τα περιοδικά, όπως αυτά διασώθηκαν από τον Καβαζή. Τα αποσπάσματα συνοδεύονται από ένα σύντομο σχολιασμό.«Εις τον ‘Κυπριακό Φύλακα’ της 26 Σεπτεμβρίου είδομεν ότι η εταιρεία των μεταλλείων του χωριού μας, ζητά εργολάβους προς ανέγερσιν  κατοικιών δια τους εργάτας της» (τεύχος 24)

Το μεταλλείο συνέβαλλε στην οικιστική ανάπτυξη της περιοχής, άρα και στην αύξηση του πληθυσμού.

Μεταλλωρύχοι (φωτογραφία 1948)«Το μεταλλείον προοδεύει. Απεδίχθη εκ των δοκιμών ότι υπάρχει αρκετόν μέταλλον δια να απασχολεί 1000 εργάτας επί 30 έτη. Προς μεταφοράν του μεταλλεύματος εις Ζύγιν, κατασκευάσθη δρόμος από Μαυρίδια μέχρι Καλαβασού. Τώρα χαράσσεται δρόμος εις Λαντάρκα και Μαύρην Συκιάν. Από της Κυριακής του Πάσχα φορτώνεται πλοίον με σιδηροπυρίτην για την Γερμανία.» (τεύχος 21)

Χάρη στο μεταλλείο αναπτύχθηκε και το οδικό δίκτυο της ευρύτερης περιοχής.

«Το χωρίον έγινεν αγνώριστον τώρα από την νέα ζώην που έδωσε το μεταλλείον, τα πέντε του αυτοκίνητα, και τους ωραίους του αμαξωτούς δρόμους. Το μεταλλείο ωφέλησε πολύ το χωρίον μας, διότι έχει εργασία δι’όλους όσους θέλουν να δουλέψουν και πληρώνουν 2 ½ σελίνια την ημέραν δι’ οκτάωρον εργασίαν. Πολλοί εργάται του μεταλλείου κατοικούν εις το χωρίον μας και ψωνίζουν από τους μπακάλληδες μας. Επίσης το μεταλλείο παρέχει μιάν αγορά πρώτης τάξεως δια τα προϊόντα του χωριού μας. πολλοί χωριανοί μας μεταφέρουν ότι έχουν να πωλήσουν (φρούτα, ρένταν κ.τ.λ ) εις το μεταλλείον και τα πουλούν η κατευθείαν εις τους εργάτες ή εις την καντίναν. Χάρις εις το μεταλλείον εδιορθώθησαν οι δρόμοι εις το Χαρτζιήν έγινεν γεφύριν και εις την Αρκοσυκιάν. Τώρα εργάζονται όλοι πυρετωδώς δια το κτίσιμον του νέου χωρίου εις τες Πλαδκιές, μία ολόκληρος πόλις με 2.000 κατοίκους και πλέον».  (τεύχος 25 Νοέμβριος 1937)

«Μάθετε ότι το χωρίον μας έγινεν αγνώριστον, από τα τέσσερα μέρη της Κύπρου έρχονται εργάται δια να εργασθούν εδώ εις το μεταλλείον. Εις το μεταλλείον και τον σιδηρόδρομον εργάζονται 1000 εργάται. Το χωρίον μας κατοικείται ασφυκτικώς. Όσα σπίτια είχαμε τα ενοικιάσαμεν» . (τεύχος 28, Μαΐος 1938, επιστολή Μιχαήλ Πύρρου προς τον Σύλλογον Ασγατιτών Αμερικής).

Μεταλλείο ΜαυρίδιαΑπό το πιο πάνω αποσπάσματα διαφαίνεται ξεκάθαρα η ευημερία και η ευμάρεια που γνώρισε η Ασγάτα, η νέα μικρή πολιτεία. Θα λέγε κανείς πως ολόκληρο το χωριό ζούσε χάρη στη λειτουργία του μεταλλείου. «Ο αγαπητός νέος Κ. Μιχαλάκης Δημοσθένη Φιλή μας έγραψε την ακόλουθον επιστολή. Μάθετε ότι εις τες Πλαδκιές εκτίσθησαν 150 κάμαρες εις το χωράφι του Τσαγκαρόλουκα, αι οποίαι θα χρησιμοποιηθούν ως γραφεία της εταιρείας. Προσέτι εκεί πλησίον θα κτισθή και ένα μεγάλο εργοστάσιον το οποίο θα κατεργάζεται τον χρυσόν. Το μεταλλείο προοδεύει  πολύ. Εργάζονται υπογείως περί τα 600 άτομα. Η δε καντίνα κάμνει χρυσές δουλείες. Ο διευθυντής του μεταλλείου Κ. Μούσουλλος είναι πολύ καλός άνθρωπος και φίλος του χωριού.

Ο Κώστας Χατζη Γιάννης έκαμνεν εις τες Πλαδκιές μπαράκαν και εργάζεται μέσα ο αδελφός του ως καφετζής και μπακάλης. Κάμνει καλές δουλειές» (τεύχος 27, Μάρτιος 1938)

Είναι φανερό πως χάρη στο μεταλλείο αυξήθηκε η προσφορά εργασίας. Σημαντική πληροφορία είναι πως στο χωριό θα άνοιγε εργοστάσιο, το οποίο θα κατεργαζόταν το χρυσό.  Χωρίς αμφιβολία, αυτό σήμαινε και νέες θέσεις εργασίας. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς τον τρόπο που εκφράζεται ο αποστολέας για τον διευθυντή του μεταλλείου.

 

Μηχανή – autoloader

Τέλος, ο Καβαζής, υπογραμμίζει πως «το μεταλλείο της Ασγάτας συνέχισε την λειτουργία του μέχρι το 1978, οπότε σταμάτησε τις εργασίες του λόγω ασύμφορης εκμετάλλευσης και η περιοχή εγκαταλείφθηκε από την ΕΜΕ».

Βαγόνια για τημεταφορά

Πηγή:

Αντώνης Καβαζής, «Η Ασγάτα», εκδ. Συνδέσμου Αποδήμων Ασγάτας, Λεμεσός 1992

 

Παιδική εργασία στα μεταλλεία

Η παιδική εργασία στο άθλιο και ανθυγιεινό περιβάλλον των μεταλλείων αποτελεί μια σκληρή πραγματικότητα του 20ου αιώνα, την οποία παρουσιάζει ο Λουκάς Αντωνίου στο βιβλίο του με τίτλο: «Μικρά Χέρια, Η Συνεισφορά των Παιδιών στα Μεταλλεία της Κύπρου τον 20ο αιώνα».  Επιδιώκοντας να σας παρουσιάσουμε την εργασία στα μεταλλεία του χωριού μας, σας αναφέρουμε κάποια από τα στοιχεία που αντλήσαμε από το προαναφερόμενο βιβλίο.

Η  φτώχεια ανάγκαζε πολλά παιδιά κυρίως αγροτικών περιοχών να εργαστούν ιδιαίτερα σε περιόδους όπου η ενασχόληση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία δεν μπορούσε να αποφέρει τους απαραίτητους πόρους. Δεν είναι λίγα τα παιδιά τόσο αγόρια όσο και κορίτσια που εργάζονταν είτε στο μεταλλείο της Ασγάτας είτε σε κάποιο άλλο μεταλλείο.

Η εργασία στα μεταλλεία είχε ως βασικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις υπόλοιπες  διαθέσιμες εργασίες πως προσέφερε ένα «τακτικό εισόδημα στους γεωργικούς εργάτες». Επιπρόσθετα, πολλά παιδιά επέλεγαν να εργαστούν στα μεταλλεία παρά ως τεχνίτες, γιατί στη δεύτερη περίπτωση θα έπρεπε να περάσουν από μια περίοδο μαθητείας κατά την οποία το μόνο που τους προσέφερε ήταν στέγη και φαγητό και όχι το άμεσο εισόδημα που είχαν ανάγκη «για να υποστηρίξουν τους εαυτούς τους και τις οιικογένειες τους».

Παρόλο που είναι βέβαιο πως πολλά παιδιά εργάζονταν στα μεταλλεία, εντούτοις, όπως παρατηρεί ο Λουκάς Αντωνίου, είναι δύσκολο να «εντοπιστεί» ο ακριβής αριθμός τους. Αυτό οφείλεται στο ότι πολλοί ανήλικοι δεν έλεγαν την πραγματική τους ηλικία, συγκεκριμένα έλεγαν πως ήταν δεκαοχτώ χρονών γιατί η Αγγλική Νομοθεσία απαγόρευε την εργασία ανηλίκων. Κάποιοι μάλιστα πλήρωναν τον κοινοτάρχη για να πιστοποιήσει πως είναι μεγαλύτεροι από την ηλικία τους. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις  που ο κοινοτάρχης έδινε το απαιτούμενο χαρτί χωρίς πληρωμή.

Φυσικά, όπως διευκρινίζει ο Λουκάς Αντωνίου, «η εξασφάλιση του πιστοποιητικού αυτού φαίνεται να μην ήταν και η πραγματικότητα σε όλα τα μεταλλεία και δεν συνέβαινε σ’ όλους, έστω και στα μεταλλεία που απαιτείτο το χαρτί ή δεν πλήρωναν όλοι για την εξασφάλισή του».  Πάντως, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το πιστοποιητικό γινόταν δεκτό μόνο αν προερχόταν από το Αγγλικό Διοικητήριο. 

Εργασία στα μεταλλεία

Ειδικότερα, στα μεταλλεία δούλευαν παιδιά από τα δεκατρία τους, αν και στην πλειοψηφία τους ήταν μεταξύ των δεκαπέντε με δεκαεφτά χρόνων. Αξίζει να αναφερθεί πως τα παιδιά θεωρούσαν σημαντικό «επίτευγμα» την εξασφάλιση εργασίας, αφού προσέδιδε το κύρος στον ανήλικο. 

Τα παιδιά τοποθετούνταν σε διάφορες εργασίες του μεταλλείου, στην εξόρυξη διαφόρων μορφών  μεταλλεύματος είτε αυτή γινόταν στην επιφάνεια είτε κάτω από την γη. Ανάλογα με το φύλο, την ηλικία και τη σωματική διάπλαση του παιδιού γινόταν και η κατανομή των εργασιών.  Ο Λουκάς Αντωνίου χαρακτηριστικά αναφέρει: «Δυο παιδιά των δεκαέξι χρόνων…. ένας δυνατός, εύσωμος έφηβος και ένας αδύναμος, μικροκαμωμένος, έκαναν διαφορετικές δουλειές».

Για τις διάφορες εργασίες που γίνονταν στα μεταλλεία, οι «φαλιαδώροι» ή αλλιώς εργολάβοι, ομάδες έμπειρων μεταλλωρύχων επόπτευαν τους έμμισθους εργάτες και κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας των μεταλλείων ήταν υπεύθυνοι και για την πληρωμή τους. Αργότερα, όμως, επειδή σημειώθηκαν κάποιες «παρατυπίες», οι εργάτες πληρώνονταν απευθείας από την εταιρεία στην οποία ήταν υπάλληλοι.

Στα υπόγεια μεταλλεία, στις αρχές του 20ου αιώνα, στα σημεία που υπήρχε μετάλλευμα, οι μεταλλωρύχοι με απλά εργαλεία, «όπως το σμυλάρι, η αξίνα, ο κασμάς (κούσπος), η μάτσα, και ο λοστός(λιβέρι)» άνοιγαν τρύπες με δυο μέχρι δυόμισι πόδια η κάθε μια. Αργότερα, όμως, δημιουργήθηκαν οι «φαλιαδώροι», οι οποίοι με τη βοήθεια ενός μηχανήματος, της «φαλιομηχανής», έβγαζαν τρύπες, «φάλιες» στα σημεία που υπήρχε μετάλλευμα για να τοποθετήσουν εκρηκτικές ύλες. Το άνοιγμα των φιαλών με ή χωρίς τη βοήθεια της φαλιομηχανής ήταν μια ιδιαίτερα «δύσκολη και σκληρή» δουλειά, την οποία ανέθεταν και σε παιδιά.

Αμέσως μετά την έκρηξη των φαλιών, ακολουθούσε η διαδικασία μαζέματος, φορτώματος του μεταλλεύματος στα βαγόνια και η αποστολή του στην επιφάνεια του μεταλλείου. Για τη μεταφορά του μεταλλεύματος   από τις γαλαρίες στην επιφάνεια, την εποπτεία είχαν οι εργολάβοι. Μετά την ολοκλήρωση της εξόρυξης, τα συνεργεία στα οποία συμμετείχαν και παιδιά αναλάμβαναν τη στήριξη «των τοιχωμάτων του μεταλλείου για να προστατεύονται από τυχόν γκρεμίσματα πετρών και όγκων χωμάτων». Στους διαδρόμους, όμως, των μεταλλείων  ή στις κεντρικές γαλαρίες κάποιες φορές τοποθετούνταν βαριά ξύλα και άλλες καλούπια από τσιμέντο. Για τους μεταλλωρύχους η στήριξη των τοιχωμάτων με βαριά ξύλα,  ήταν γνωστή ως καλούπωμα ή «ζαίξεις».

Πηγή:Αρχείο ΕΜΕ

Εκτός από το καλούπωμα, τα συνεργεία άνοιγαν γαλαρίες για να ενώσουν το «ένα επίπεδο γαλαρίας με ένα άλλο για σκοπούς συγκοινωνίας αλλά κυρίως για εξαερισμό των γαλαριών».

Πηγή:Αρχείο ΕΜΕ

Στα μεταλλεία επιφάνειας, ακολουθείτο μια διαφορετική οργάνωση εργασιών. Συγκεκριμένα, όπως διασώζει ο Λουκάς Αντωνίου, ο κάθε εργολάβος αναλάμβανε να εργαστεί σε μια «μίνια», ένα κομμάτι γης μαζί με τους εργάτες ή ακόμα και την οικογένεια του – τη γυναίκα και  τα παιδιά του.

Πηγή:Αρχείο ΕΜΕ

Για την εργασία στις μινιές, είναι πολύ χαρακτηριστική η περιγραφή, η οποία παραθέτει ο Λουκάς Αντωνίου: « Αφού ο πατέρας, ο εργολάβος της μινιάς, έβγαζε το μετάλλευμα σκάβοντας τη γη, η μητέρα και τα παιδιά της οικογένειας μάζευαν αυτά με φτυάρια  και γούρνες και γέμιζαν τα βαγόνια που βρίσκονταν πάνω σε ράγιες και τα έστελναν στο επόμενο συνεργείο».

Πηγή:Αρχείο ΠΕΟ

Ακολούθως, μια άλλη ομάδα στην οποία υπήρχαν και πάλι παιδιά, αφαιρούσε από τα βαγόνια τα άχρηστα κομμάτια. Στη συνέχεια τα βαγόνια μεταφέρονταν στα εργοστάσια επεξεργασίας του μεταλλεύματος. Η μεταφορά των φορτωμένων βαγονιών τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του μεταλλείου ήταν ιδιαίτερα επίπονη, αφού όταν δεν τα έσπρωχναν μουλάρια, ενήλικες και παιδιά αναλάμβαναν και την εργασία αυτή.

Πηγή:Αρχείο ΕΜΕ

Πιο κάτω σας παραθέτουμε άλλες εργασίες που ανέθεταν σε παιδιά:

Καταμετρητής- τάλιμποϋ

Μια από τις εργασίες που έκαναν οι τάλυμποϋ (tale-boys) ήταν η καταμέτρηση των φορτωμένων με μετάλλευμα βαγονιών  που παρέδιναν οι εργολάβοι αλλά και η παράδοση των λιστών - που ετοιμάζονταν μετά την καταμέτρηση - στο γραφείο της μεταλλευτικής εταιρείας. 

Διαλογή και  μεταφορά μεταλλευμάτων

Τα περισσότερα παιδιά ασχολούνταν με τη διαλογή των μεταλλευμάτων και μεταφορά των βαγονιών. Είτε έσπρωχναν τα βαγόνια είτε οδηγούσαν τα ζώα, γαϊδούρια και μουλάρια βοηθώντας τα να σπρώξουν τα βαγόνια.

Βοηθοί των εργολάβων

Τα παιδιά συχνά είχαν το ρόλο του βοηθού στην εκτέλεση των εργασιών. Συγκεκριμένα, όπως διασώζει ο Λουκάς Αντωνίου, «μετέφεραν εργαλεία από τα συνεργεία επιδιόρθωσης στους εργολάβους, βοηθούσαν στην κατασκευή γραμμών για τα βαγόνια, κουβαλούσαν νερό από τα υπόγεια προς την επιφάνεια, και εφοδίασαν με πόσιμο νερό τους μεταλλωρύχους στα υπόγεια». 

Πηγή:Αρχείο ΕΜΕ

Για τη μεταφορά  μάλιστα πόσιμου νερού στους μεταλλωρύχους που δούλευαν στις γαλαρίες προσελάμβαναν παιδιά ηλικίας δεκατριών με δεκατεσσάρων χρόνων, τα οποία «φορτώνονταν παγούρια δεμένα με ιμάντες από την επιφάνεια και πήγαιναν στα υπόγεια, στα συνεργεία των εργολάβων για να τους πάρουν νερό».

Μια από τις εργασίες που έκαναν τα παιδιά που δούλευαν στο μεταλλείο της Ασγάτας, μας παρουσιάζει ο κ. Χρίστος Κουτσιάς και μεταφέρει ο Λουκάς Αντωνίου στο βιβλίο του. Συγκεκριμένα, αναφέρει: «Άρχισα δουλειά από τα 14 μου χρόνια. Η δουλειά μας ήταν όταν έσπαζαν το μετάλλευμα οι ονομαζόμενοι σπαστήρες τις πέτρες, διαλέγαμε από την σωρό τα σκάρτα για να πεταχθούν».

Συνθήκες εργασίας

Οι συνθήκες εργασίας στα μεταλλεία ήταν άθλιες, αφού οι μεταλλωρύχοι ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται σκληρά σε ένα ιδιαίτερα ανθυγιεινό περιβάλλον όπου «τα μέτρα που λαμβάνονταν και τα μέσα που προσφέρονταν στους μεταλλωρύχους ήταν ανεπαρκή ή δεν υπήρχαν καθόλου».

Αρχικά, ο εξοπλισμός των μεταλλωρύχων ήταν κράνος και λαστιχένιες μπότες, τις οποίες κάποιοι δεν είχαν καν τη δυνατότητα να τις αγοράσουν. Ακόμα, όμως, και όταν υπήρχαν οι μπότες αυτές δεν μπορούσαν να αποτρέψουν τους τραυματισμούς στα πόδια από τις κατολισθήσεις πετρών. Από τη δεκαετία του ’60 λήφθηκαν νέα μέτρα ασφαλείας. Συγκεκριμένα, οι μεταλλωρύχοι υποχρεώθηκαν να φορούν ειδική μάσκα και γυαλιά, κράνος αλλά και παπούτσια ασφαλείας. Παρά τις προσπάθειες των μεταλλωρύχων να προστατεύσουν τους εαυτούς τους, εντούτοις οι επιπτώσεις στην υγεία τους ήταν σοβαρές. Σαφέστερα, οι μεταλλωρύχοι προσπαθούσαν να περιορίσουν τη σκόνη που εισέπνεαν, δένοντας μπροστά από τη μύτη και το στόμα τους ένα σφουγγάρι. Δυστυχώς, όμως, το σφουγγάρι ήταν αδύνατο να τους προστατεύσει από τη βλαβερή σκόνη. Το ίδιο και οι χάρτινες μάσκες που στη συνέχεια αντικατέστησαν τα σφουγγάρια. Οι μεταλλωρύχοι υπέφεραν από τη ζέστη, «έβηχαν συνέχεια, έκαναν εμετούς πολλές φορές με αίμα, και τα μάτια και οι μύτες τους υπέφεραν από τσούξιμο». Η σκόνη που εισέπνεαν οι μεταλλωρύχοι που δούλευαν στις γαλαρίες αλλά και αυτοί που δούλευαν στην επιφάνεια των μεταλλείων ήταν μια θανατηφόρα ασθένεια, η πνευμοκονίαση.

Στο μεταλλείο Ασγάτας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Χρίστου Κοτσιά, οι μεταλλωρύχοι που εργάζονταν στις γαλαρίες έρχονταν αντιμέτωποι με άλλο ένα κίνδυνο. Πάνω στους μεταλλωρύχους  έπεφταν αναμμένα κάρβουνα αλλά και «καλαγκάθια». Τα κάρβουνα ήταν παλιά κομμάτια από ξύλα που άναβαν μετά την έκρηξη δυναμιτών και τα καλαγκάθια, το  θειικό οξύ. Αυτά προκαλούσαν εγκαύματα και πληγές στους μεταλλωρύχους που δύσκολα επουλώνονταν, αφού οι σκόνες του μεταλλεύματος έκαναν τις πληγές ακόμη χειρότερες.

Για τα δυστυχήματα που γινόντουσαν στα μεταλλεία, ο Λουκάς Αντωνίου γράφει χαρακτηριστικά: «τα δυστυχήματα ήταν στην καθημερινή ζωή των μεταλλωρύχων και συνέβαιναν σε όλη τη διαδικασία εξόρυξης και επεξεργασίας των μεταλλευμάτων...Δεν ήταν μόνο οι μεταλλωρύχοι που δούλευαν στις γαλαρίες που διέτρεχαν κινδύνους αλλά και οι υπόλοιποι στα βαγόνια, στις γραμμές των τραίνων, στην διαδικασία επιλογής, στη διαδικασία επεξεργασίας και στη φόρτωση του τελικού προϊόντος στα βαγόνια, στις γραμμές των τραίνων».

Πηγή:Αρχείο ΠΕΟ

Από τα δυστυχήματα που γινόντουσαν στα μεταλλεία, αρκετοί τραυματίζονταν σοβαρά ή ακρωτηριάζονταν, έχαναν τα πόδια ή τα χέρια τους. Δεν είναι λίγοι οι  μεταλλωρύχοι που τραυματίζονταν από τις κατολισθήσεις  που δημιουργούνταν από τις εκρήξεις, ενώ κάποιοι άλλοι πιο άτυχοι εγκλωβίζονταν και πέθαιναν στις υπόγειες γαλαρίες.

Ο φωτισμός των υπογείων γαλαριών

Για το φωτισμό των υπόγειων γαλαριών χρησιμοποιούσαν «λίχνους» ή αλλιώς λιχνάρια, οι οποίοι άναβαν με πετρέλαιο. Στη συνέχεια, επειδή οι λίχνοι ήταν ανθυγιεινός τρόπος φωτισμού λόγω της καύσης πετρελαίου αντικαταστάθηκαν με κεριά γνωστά ως «παρμαζιέττα» και αυτά πρώτα με λάμπες ασετιλίνης ή αλλιώς καρπάϊν και αργότερα με φανάρια με μπαταρίες.

Ο καθαρισμός των μεταλλωρύχων

Οι μεταλλωρύχοι γινόντουσαν κατάμαυροι από τη σκόνη και τον ιδρώτα, για αυτό κρινόταν απαραίτητο να υπάρχει πλησίον των μεταλλείων χώρος για να πλένονται. Αυτός, όμως, ο χώρος  δεν δημιουργήθηκε  όμως από την αρχή.  

Τα πρώτα χρόνια υπήρχαν λουτρά μόνο για τους Άγγλους διευθυντές και τους εργολάβους. Οι μεταλλωρύχοι είχαν μαζί τους τενεκεδένια δοχεία με νερό ή πήγαιναν να πλυθούν σε κάποιο κοντινό ποταμό. Αργότερα, όμως, δημιουργήθηκαν λουτρά, μεγάλοι χώροι με κοινά ντους όπου λούζονταν  ομάδες περίπου σαράντα ατόμων.

Η σχέση ενήλικων και ανήλικων εργαζομένων

Στο μεταλλείο της Ασγάτας ή διαφορετικά της Καλαβασσού, σύμφωνα με τις μαρτυρίες ανθρώπων που δούλεψαν σε αυτό, δεν υπήρχε εκμετάλλευση από τους ενήλικες στους ανήλικους εργαζόμενους, όπως συνέβαινε σε άλλα μεταλλεία.

Εν αντιθέσει, όπως ο κύριος Χρίστος Κουτσιάς αναφέρει οι ενήλικες όχι μόνο δεν εκμεταλλεύονταν τους ανήλικους αλλά τους παρείχαν βοήθεια έτσι ώστε να καταφέρουν να καλύψουν την απαιτούμενη εργασία.

Αμοιβή των ενήλικων και ανήλικων μεταλλωρύχων

Όπως προαναφέρθηκε, ένας από τους λόγους που οδηγούσε πολλά παιδιά να εργαστούν στα μεταλλεία είναι ότι εξασφάλιζε στους εργαζόμενους ένα τακτικό εισόδημα, το οποίο ήταν και ψηλότερο από πολλά επαγγέλματα της εποχής. 

Η αμοιβή ήταν διαφορετική ανάλογα με την εργασία που έκανε ο κάθε μεταλλωρύχος. Συγκεκριμένα, οι μεταλλωρύχοι που δούλευαν στις γαλαρίες αμείβονταν υψηλότερα από τους υπόλοιπους.  Για αυτό και αυτοί που είχαν μεγάλη ανάγκη από χρήματα επέλεγαν να εργαστούν στις γαλαρίες. 

Ο Λουκάς Αντωνίου, αναφερόμενος σε αυτούς που αναγκάζονταν να δουλέψουν στις γαλαρίες γράφει χαρακτηριστικά: « Δεν είναι εύκολο να εξαναγκάζεις το κορμί σου σε μια εργασία τέτοιας φύσης για να βγάλεις  ένα σεβαστό μεροκάματο, ιδιαίτερα όταν ήξερες ότι οι ξένοι ιδιοκτήτες των εταιρειών σε συνεργασία με την αποικιακή κυβέρνηση, εκμεταλλεύονταν το φυσικό πλούτο και τους ανθρώπους της Κύπρου, και πλούτιζαν»

Επίσης, υπήρχε ένα «ενθαρρυντικό σύστημα εργασίας», ειδικότερα, όποιος από τους μεταλλωρύχους κατάφερνε να γεμίσει περισσότερα από τα οχτώ βαγόνια, που ήταν ο χαμηλότερος αριθμός βαγονιών που έπρεπε να γεμίσουν για να λάβουν το μεροκάματό τους, έπαιρνε πρόσθετη αμοιβή.

Το μεροκάματο των ενήλικων μεταλλωρύχων κυμαινόταν από τα δυόμιση μέχρι τα τρία σελίνια τη μέρα, ενώ των ανήλικων και των γυναικών ήταν χαμηλότερο παρόλο που η εργασία ήταν ίδια. Η ανισότητα στην αμοιβή αναφέρεται και από ένα παλιό μεταλλωρύχο του μεταλλείου της Ασγάτας/ Καλαβασσού.

Ειδικότερα, ο Χρίστος Κουτσιάς, όταν εργάστηκε για πρώτη φορά στο μεταλλείο της Ασγάτας ήταν μικρό παιδί, αφού πήγε να εργαστεί μόλις τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Η  αμοιβή του, όπως και των γυναικών, ήταν πέντε γρόσια, εν αντιθέσει με των αντρών που ήταν είκοσι δυο γρόσια, δυο δηλαδή σελίνια.

Από τη δεκαετία του ’40, τα θέματα μισθοδοσίας αλλά και κοινωνικών παροχών άρχισαν να βελτιώνονται. Έτσι, το μεροκάματο στην επιφάνεια των μεταλλείων αυξήθηκε αρχικά στα δέκα σελίνια και στη συνέχεια στα δεκατέσσερα σελίνια.

Υπήρχαν περιπτώσεις που από τον μισθό των μεταλλωρύχων αποκόπτονταν κάποια χρήματα για τυχόν φθορές ή απώλειες των εργαλείων. Αυτό συνέβαινε γιατί τα εργαλεία ήταν χρεωμένα από την εταιρεία στους εργολάβους. 

Όσο αφορά το μισθό των ανήλικων παιδιών ή των νεαρών ενήλικων –δεκαοχτώ με είκοσι χρονών- δινόταν στους γονείς τους. Υπήρχαν, όμως, φορές, που ανήλικοι εκμεταλλεύονταν οι ίδιοι το μισθό τους. Για παράδειγμα, κάποιοι ανήλικοι δούλευαν τους καλοκαιρινούς μήνες για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα χρήματα για τη φοίτηση τους στο γυμνάσιο.

Τα ωράρια εργασίας

Στο μεταλλείο της Ασγάτας οι μεταλλωρύχοι δούλευαν σε βάρδιες. Κάποιοι δούλευαν πρώτη βάρδια από τις οχτώ το πρωί μέχρι τις τέσσερις, ενώ κάποιοι άλλοι δεύτερη βάρδια από τις τέσσερις μέχρι τις δώδεκα τα μεσάνυχτα από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και το Σάββατο μέχρι το μεσημέρι. Υπήρχαν, όμως, και μερικοί που δούλευαν τρίτη βάρδια, οι οποίοι μάλιστα «έμεναν έξω από τις γαλαρίες».

Οι περισσότεροι μεταλλωρύχοι χρειαζόταν να διανύσουν καθημερινά με τα πόδια μεγάλες αποστάσεις, αφού συχνά ερχόντουσαν από γειτονικά χωριά.

Επιπρόσθετα, έπρεπε προτού αρχίσουν αλλά και αφού ολοκληρώσουν τη δουλεία στα μεταλλεία να ακολουθήσουν μια συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία περιλάμβανε την αλλαγή ρούχων στα λουτρά - όπου αυτά υπήρχαν -, την παραλαβή της κάρτας εργασίας από το γραφείο και των χρήσιμων  εργαλείων ή υλικών. Η διαδικασία αυτή διαρκούσε περίπου από ενάμιση μέχρι δυο ώρες επιπρόσθετες στο οχτάωρο.

Αρκετά μάλιστα παιδιά πριν ή μετά την εργασία στα  μεταλλεία αναγκάζονταν να δουλέψουν και αλλού. Άλλα παιδιά βοηθούσαν τους γονείς τους κυρίως σε γεωργικές εργασίες ενώ άλλα «να κάνουν δουλειά επί πληρωμή, όπου χρειαζότανε».

Όταν τα παιδιά ολοκλήρωναν τις εργασίες τους, αν έμεναν στο χώρο του μεταλλείου, έπρεπε από μόνα τους να ετοιμάσουν το γεύμα τους. Επίσης, είχαν τη συνήθεια να περνούν την ώρα τους στο καφενείο. Εκεί, όμως, ήταν εκτεθειμένα σε νέους κινδύνους, τις κακές συνήθειες των ενήλικων μεταλλωρύχων, τον αλκοολισμό και χαρτοπαιξία.

Η συμμετοχή των ανήλικων  μεταλλωρύχων στις κινητοποιήσεις

Ο Λουκάς Αντωνίου τονίζοντας τη συμμετοχή των παιδιών στις κινητοποιήσεις των μεταλλωρύχων στο σχετικό κεφάλαιο δίνει το τίτλο: «Το ‘ανάστημα’ των παιδιών στην απεργία». Στις αρχές του 20ου αιώνα, από το 1923, ανήλικοι και ενήλικες διεκδίκησαν τα δικαιώματα τους με απεργιακές κινητοποιήσεις που μερικές φορές διαρκούσαν και μήνες.  Σε περιόδους που οι απεργίες ήταν πολύμηνες, συνεπαγόταν και μια περίοδος οικονομικών στερήσεων για όλη την οικογένεια, η οποία ήταν ανίκανη να κάμψει τη μαχητικότητα των μεταλλωρύχων και των οικογενειών τους,  

Μερικά από τα αιτήματα των απεργιακών κινητοποιήσεων ήταν: •θέματα σχετικά με το μεροκάματο, όπως η αύξηση του ή απευθείας πληρωμή υπαλλήλων από την εταιρεία (στις αρχές γινόταν από τους εργολάβους) •μείωση ωρών εργασίας και βελτίωση συνθηκών εργασίας •ελεύθερη αγορά ψωμιού

Στις απεργιακές κινητοποιήσεις, στο πλευρό των μεταλλωρύχων ήταν οι γυναίκες και τα παιδιά τους. Είναι χαρακτηριστικό πως τα παιδιά εγκατέλειπαν τα θρανία, για να συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις μαζί με τους γονείς τους.

Πηγή:

Λουκάς Αντωνίου,  «Μικρά Χέρια, Η Συνεισφορά των Παιδιών στα Μεταλλεία της Κύπρου τον 20ο αιώνα», Λευκωσία 2004

 

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Designed & Developed by NETinfo Plc